ὀνειρώδη

ὀνειρώδη
ὀνειρώδης
dream-like
neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
ὀνειρώδης
dream-like
masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic)
ὀνειρώδης
dream-like
masc/fem acc sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ονειρώδης — ῶδες (ΑΜ ὀνειρώδης, ῶδες) [όνειρος] αυτός που μοιάζει με όνειρο, ονειρικός νεοελλ. ωραιότατος, θεσπέσιος, εξαίσιος. επίρρ... ονειρωδώς με ονειρώδη τρόπο, ονειρευτά …   Dictionary of Greek

  • Σολωμός, Διονύσιος — Έλληνας ποιητής (Ζάκυνθος 1798 Κέρκυρα 1857). Σε ηλικία δέκα ετών, ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, τον έστειλε ο κηδεμόνας του στην Ιταλία, όπου έμεινε δέκα χρόνια, κατά τα οποία φοίτησε σε σχολεία διαφόρων πόλεων (Βενετία, Κρεμόνα,… …   Dictionary of Greek

  • Φάντι, Γκαετάνο — (Fanti, Μπολόνια 1687 – Βιέννη 1759). Ιταλός ζωγράφος. Υπήρξε αξιόλογος και οι τοιχογραφίες του χαρακτηρίζονται από μια ονειρώδη τάση που εγκαινίασε ο Α. Πότζο. Eργάστηκε αρχικά στην πατρίδα του ως διακοσμητής θεάτρου και αργότερα προσκλήθηκε από …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”